Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

12:31 μ.μ.

Στου Μανδραβέλη τρώγανε μπαρμπούνια, του Νίκου Αραπάκη

"17/3/2019 - Κάπου στην Αθήνα:  Σε ένα ακατοίκητο τη βγάζω τώρα.  Φως και νερό βέβαια δεν έχει, αλλά είναι σε καλή κατάσταση: Τα πορτοπαράθυρα κλείνουν και δεν μπαίνει νερό από πουθενά. Αυτοί που έμεναν παλιά άφησαν και ένα κρεβάτι, και μάλιστα με στρώμα. Μεγαλεία. Είχα να κοιμηθώ σε στρώμα ούτε κι εγώ ξέρω πόσο καιρό. Αν είχαν αφήσει και καμιά κουβέρτα…" Αυτή ήταν η εισαγωγή από το διήγημα Στου Μανδραβέλη τρώγανε μπαρμπούνια (Νο1). (Εάν κάποιος δεν έχει διαβάσει το Νο1 και θέλει να το κάνει πριν διαβάσει το Νο2 ας πατήσει εδώ)
23/6/2020. Κάπου στην Αθήνα
Πέρασε πάνω από ένας χρόνος απ’ όταν σου έγραψα για τελευταία φορά. Μεγάλο το διάστημα. Αλλά, εδώ, ο χρόνος έχει αποκτήσει διαφορετική διάσταση. Τη μια κολλάει, την άλλη τρέχει με την ταχύτητα του φωτός. Έχει αποκτήσει στενή σχέση με τα γεγονότα. Όταν συμβαίνει κάτι σοβαρό, τότε αρχίζει και τρέχει σαν τρελός. Μόνο που σπάνια συμβαίνει κάτι σοβαρό. Και, κυρίως, όταν συμβαίνει δεν αφορά εμάς. 
Προσπάθησα κι άλλες φορές να σου γράψω. Δεν τα κατάφερα.  Κάθε φορά που έπιανα το μολύβι αισθανόμουν ότι δεν είχα τίποτα να σου πω. Και τώρα τι άλλαξε; θα με ρωτήσεις. Τίποτα. Απλώς, μαζεύτηκαν μέσα μου τα ασήμαντα και με βαραίνουν. Πρέπει να σ’ τα πω.
Φύγαμε από το κέντρο. Όλοι έφυγαν. Το πούλησαν το κέντρο. Όχι κτήριο το κτήριο ή τετράγωνο το τετράγωνο,  αλλά ολόκληρο. Υποτίθεται σε κάποιο μεγαλοεπενδυτή από το εξωτερικό. Στην πραγματικότητα σε κάποιον δικό τους. Δεν άφησαν τίποτα που να μην το αρπάξουν.
Σε ένα χάλασμα στα δυτικά προάστια μένουμε τώρα. Οι ίδιοι είμαστε. Παρά την πείνα, τις ασθένειες, το κυνηγητό από τους μπάτσους και τους Zouzounistas κανείς μας δεν έπαθε το παραμικρό. Πολλές φορές το συζητάμε και γελάμε. Είμαστε από τις ελάχιστες ομάδες που δεν κατέγραψαν απώλειες. Θες από τύχη, θες από προσοχή ή από τη γερή μας κράση, η ουσία είναι πως όσοι ήμασταν όταν ξεκίνησε όλο αυτό, τόσοι είμαστε και τώρα.
Κάποιοι λένε ότι είμαστε δειλοί, ότι κρυβόμαστε, γι’ αυτό και δεν παθαίνει κανείς μας τίποτα. Δεν είναι αλήθεια. Αλλά ούτε και ψέμματα. Δυστυχώς, τέσσερις ταλαιπωρημένοι πενηντάρηδες δεν μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα. Γι’ αυτό και έχουμε ως πρώτο στόχο την επιβίωση. Χωρίς, βέβαια, να παραγνωρίζουμε την ανάγκη για την πτώση του κορπορατικού καθεστώτος.
Συμμετέχουμε κι εμείς στην αντίσταση. Με τον τρόπο μας και τις δυνάμεις μας. Να, πριν ένα μήνα, παραδείγματος χάρη, κλέψαμε ένα κιβώτιο με τσιχλόφουσκες και κάναμε επιδρομή στο κέντρο. Δεν αφήσαμε παγκάκι ή πεζοδρόμιο που να μην κολλήσουμε τσίχλα. Δυο μέρες με πονούσε το σαγόνι μου από το μάσημα. Αλλά άξιζε τον κόπο.
Την άλλη μέρα ήμασταν πρώτο θέμα σε όλα τα μέσα. Οι Zouzounistas, μάλιστα, αφηνίασαν και μας επικήρυξαν. Μέχρι και η θεία-Λένα, που σπάνια τώρα πια εμφανίζεται, βγήκε στην τηλεόραση και μας πέρασε γενεές δεκατέσσερις. Αλήτες, περιθωριακοί, αναρχικοί, αδιαφώτιστοι είναι μερικά απ’ όσα μας έσουρε. Αλλά δεν της έφτανε αυτό. Έγραψε και άρθρο, στη «ΓΛΥΦΩ», με τον τίτλο «η βία της τσίχλας, κατάλοιπο της μίζερης Ελλάδας του παρελθόντος».
Οι συνθήκες βελτιώνονται σιγά-σιγά. Έχουμε και ρεύμα. Δηλαδή, κλέβουμε ρεύμα από μια κολόνα. Ο Μάκης, που γνωρίζει απ’ αυτά την έκανε τη δουλειά. Κλέψαμε και μια τηλεόραση. Όλη την ημέρα την έχουμε ανοιχτή. Χωρίς φωνή όμως. Και για να μην ακούσει κανείς και μπλέξουμε, αλλά και γιατί από γερμανικά δεν καταλαβαίνουμε γρι. Ναι, στα γερμανικά είναι όλο το πρόγραμμα. Υιοθετήσαμε τη γλώσσα των φίλων μας, τη γλώσσα του… διαφωτισμού. Δεν τη μπορώ αυτή τη γεμάτη φθόγγους γλώσσα. Με φοβίζει. Ιδίως κάθε φορά που ακούγεται αυτό το «αχτουνγκ-αχτουνγκ», θυμάμαι τις ιστορίες που μου έλεγε ο μακαρίτης ο πατέρας μου από την Κατοχή και μου σηκώνεται η τρίχα κάγκελο.
Με τις μικροκλοπές, μετά από πάρα πολύ καιρό, έχουμε και λίγα χρήματα στην τσέπη μας. Βέβαια, τα πράγματα που μπορούμε να αγοράσουμε είναι ελάχιστα. Όχι γιατί δεν υπάρχουν, αλλά γιατί όλα τα καταστήματα έχουν μεταφερθεί στο κέντρο. Περιοχή, όπως καταλαβαίνεις, απολύτως απαγορευμένη για εμάς.
Πριν λίγες μήνες αγοράσαμε δυο μπουκάλια γάλα. Φρέσκο. Δεν πρόλαβα να πιω δυο γουλιές και το ξέρασα κατευθείαν. Στην αρχή υπέθεσα ότι θα ευθύνεται το γεγονός πως έχω χρόνια να πιω και το στομάχι μου ξεσυνήθισε. Όμως, όταν είδα ότι ξέρασαν και οι υπόλοιποι, κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά. Ληγμένο, είπαμε μεμιάς, μας πιάσανε κορόιδα. Λάθος. Το γάλα έληγε σε τρία χρόνια. Ναι, όπως το ακούς: ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ. Τώρα, θα μου πεις, τι φρέσκο γάλα είναι αυτό που λήγει σε τρία χρόνια; Τι να σου πω…
Πάντως, στην τηλεόραση επιμένουν ότι είναι φρέσκο και κάνει καλό στην υγεία. Μάλιστα, ο υπουργός που επέμενε να χαρακτηριστεί φρέσκο το γάλα με ημερομηνία λήξης τα τρία έτη, πίνει κάθε μέρα, μπροστά στην κάμερα, ένα λίτρο. Έτσι την πατήσαμε κι εμείς. Για να πίνει, είπαμε, άφοβα ο υπουργός, ας πιούμε κι εμείς. Μέχρι που μάθαμε, από ένα δικό μας ο οποίος εργάζεται στο σπίτι του υπουργού, ότι ο κουτοπόνηρος καράφλας έχει στο σπίτι του μια αγελάδα...
Λωποδύτες, αγάπη μου. Ευτυχώς, όμως, εσύ γλίτωσες. Και τι δεν θα έδινα για να μάθω πού είσαι και πώς περνάς. Μου λείπεις. Όσο δεν φαντάζεσαι.
Ο μόνος που δεν ξέρασε με το γάλα ήταν ο Στάθης. Γερή κράση, αναμφισβήτητα. Αλλά, μάλλον, δεν ευθύνεται μόνο η γερή του κράση για το ότι δεν ξέρασε. Κάτι άλλο συμβαίνει. Κάτι απροσδιόριστο. Μολονότι δεν γνωρίζω τι είναι αυτό που τον έκανε τόσο ανθεκτικό σ’ αυτό το πέραν πάσης αμφιβολίας επικίνδυνο γάλα, οφείλω να σημειώσω ότι, την ημέρα που κάναμε την επιδρομή στην Αθήνα, για να κολλήσουμε τις τσίχλες, ο Στάθης κατούρησε μέσα σε ένα παρτέρι γεμάτο λουλούδια  και έγινε το απίστευτο: ξεράθηκαν όλα μονομιάς. Λες και τα πότισες με οξύ. Άλλο να σ’ το λέω κι άλλο να το βλέπεις.
Τρομάξαμε. Όλοι. Εκτός από τον Στάθη, που το καταδιασκέδασε και συνέχισε να κατουράει μέχρι που άδειασε η φούσκα του.
Τον τελευταίο καιρό έχουμε βάλει στο μάτι το Ελληνικό. Όχι μόνο εμείς – όλοι όσοι γνωρίζουμε και ζουν στην παρανομία θέλουν να μπουκάρουν και να αρπάξουν ό,τι μπορούν. Δυστυχώς, είναι ανέφικτο. Ο χώρος φυλάσσεται από χιλιάδες μπάτσους. 
Άσε τα συστήματα ασφαλείας: κάμερες, ηλεκτροφόρα σύρματα, εκπαιδευμένα σκυλιά κλπ. Αλλά, όσο η τηλεόραση δείχνει εικόνες απίστευτης χλιδής, θα είναι, τόσο για εμάς, όσο και για τους υπόλοιπους, διακαής πόθος. Ουρανοξύστες, πισίνες, λιμουζίνες, κότερα, λουκούλλεια γεύματα, πάρτι μέχρι τελικής πτώσης. 
Ξέρεις τι είναι να έχεις να φας τρεις μέρες και να βλέπεις τους άλλους να τρώνε μέχρι σκασμού; Να βλέπεις το αλκοόλ να ρέει σαν νερό και εσύ να έχεις χρόνια να πιεις μια παγωμένη μπύρα; Δεν υπάρχει μεγαλύτερο μαρτύριο. Σ’ το υπογράφω.
Τον πρώτο καιρό, για να απαλύνουν τις αντιδράσεις, είχαν παραχωρήσει λίγα στρέμματα στους κατοίκους, για να τα καλλιεργούν και να παίρνουν το κατιτίς τους. Κατόπιν, κι αφού κατάφεραν να καταπνίξουν και τις τελευταίες αντιδράσεις, τα πήραν πάλι πίσω. Κάτι λίγους, που έκαναν το λάθος να διαμαρτυρηθούν, τους έφαγε το σκοτάδι. Ποτέ και κανείς δεν έμαθε τι απέγιναν. 
Για να καταλάβεις το μέγεθος της αθλιότητας, τον πρώτο καιρό, τότε που ακόμη επέτρεπαν στους πολλούς να εισέρχονται εντός της περιφραγμένης έκτασης, τα όσα φαγητά περίσσευαν, που μόνο λίγα δεν ήταν, τα πετούσαν σε σκουπιδοτενεκέδες εκτός της περιφραγμένης περιοχής, και επέτρεπαν στον κόσμο να τα παίρνει. Πολλοί σώθηκαν μ’ αυτόν τον τρόπο. Κατόπιν όμως, το έκοψαν κι αυτό.
Ή, για να είμαι πιο ακριβής, επειδή τα κέρδη της επιχείρησης δεν αυξάνονταν με το ρυθμό που είχαν υπολογίσει, αποφάσισαν να πωλούν και τα αποφάγια τους. Έρχονταν οι πεινασμένοι με τα κατσαρολάκια τους και αγόραζαν. Όσοι είχαν χρήματα δηλαδή, γιατί οι περισσότεροι όχι μόνο δεν είχαν χρήματα, αλλά είχαν ξεχάσει και πώς είναι. Ώσπου μια μέρα, ένας απελπισμένος, που απ’ ό,τι μάθαμε είχε χάσει πριν λίγες ημέρες το παιδί του από την πείνα, ανατινάχτηκε δίπλα στη σκουπιδιάρα με τα φαγητά, παίρνοντας μαζί του και κάμποσους από τους μπάτσους.
Γιατί, ξέχασα να σου πω, σ’ αυτούς πήγαιναν τα χρήματα. Η εταιρεία, σε μια προσπάθεια να τους κάνει πιο αποδοτικούς και πιστούς, θέλησε να τους δώσει ένα έξτρα κίνητρο. Γι’ αυτό τους παραχώρησε τα αποφάγια. Αλλά τους βγήκε ξινό. Τόσο ξινό, που την παράτησαν την επιχείρηση. Κι ας είχε αποδειχθεί επικερδέστατη.
Oι Zouzounistas τη δουλεύουν τώρα την επιχείρηση. Όχι βέβαια οι ίδιοι –τα ροδομάγουλα, καλοζωισμένα zouzounakia δεν είναι κορόιδα να διακινδυνεύσουν τη σωματική τους ακεραιότητα για λίγα ευρώ. Ενοικίασαν κάμποσους απελπισμένους μπάτσους, τους έταξαν έναν καλό μισθό, συν μπόνους επί των πωλήσεων, κι η επιχείρηση λειτουργεί ξανά.  Μόνο που τούτη τη φορά, μπαίνει μέσα.
Κανείς δεν έρχεται να αγοράσει. Θες γιατί τα χρήματα είναι ελάχιστα, θες γιατί οι μπάτσοι είναι τόσο χεσμένοι από το φόβο τους που, αν κάποιος υποψήφιος πελάτης κάνει κάποια απότομη κίνηση, τον καθαρίζουν συνοπτικά, η επιχείρηση δεν τραβάει. Αλλά, επειδή οι Zouzounistas θεωρούν ότι είναι ζήτημα δημοκρατίας η λειτουργία της συγκεκριμένης επιχείρησης, δεν το έβαλαν κάτω. Βρήκαν κάποιο πρόγραμμα ΕΣΠΑ και εισπράττουν από εκεί τα χρήματα που χάνουν.
Τώρα που το θυμήθηκα: πριν λίγο καιρό, χάσαμε έναν καλό φίλο, τον Αντώνη. Δεν ήταν στην ομάδα μας, αλλά είχαμε στενές σχέσεις. Καλό παιδί, ατρόμητος και μεγάλος αγωνιστής. Τον έφαγαν οι Zouzounistas, ένα κρύο βράδυ του Μαρτίου. Έφταιγε, βέβαια, και ο ίδιος. Χίλιες φορές του είχαμε πει να μην αφαιρεί τα ζιπουνάκια από τις νεραντζιές, αλλά αυτός… αγρόν ηγόραζε.
Είχε ξεβρακώσει όλες τις νεραντζιές του κέντρου. Μια έντυναν οι Zouzounistas, δυο ξεβράκωνε ο Αντώνης. Ώσπου μια μέρα, η τηλεόραση ανακοίνωσε ότι δυο νεραντζιές πέθαναν από το κρύο, και άλλες δυο χαροπαλεύουν με βαριά πνευμονία. Αυτό ήταν. Λύσσαξαν οι Zouzounistas. Όλα μπορούσαν να τα ανεχθούν, αλλά να πεθαίνουν αβοήθητες οι νερατζιές από το κρύο, με τίποτα.
Τρεις ημέρες αργότερα ο Αντώνης έπεφτε νεκρός. Στην αρχή, δεν το πιστέψαμε. Αλλά όταν η τηλεόραση έδειξε το κομμένο κεφάλι του, το πιστέψαμε, θέλοντας και μη. Και λυπηθήκαμε, όσο δεν λέγεται.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα…
Βέβαια, την πήραμε την εκδίκησή μας. Δεν λογαριάσαμε κίνδυνο. Τίποτα δεν λογαριάσαμε. Το μόνο που μας ένοιαζε ήταν να εκδικηθούμε για το χαμό του φίλου μας. Και εκδικηθήκαμε. Λίγες ημέρες μετά το θάνατό του, ποτίσαμε τον Στάθη με κάμποσα λίτρα γάλα, κι ύστερα ξαμοληθήκαμε στο Κολωνάκι, την καρδιά των Zouzounistas.
Για να μην τα πολυλογώ, βάλαμε τον Στάθη και κατούρησε όλο το Κολωνάκι. Αυτοκίνητα, τοίχους, νερατζιές, βιτρίνες καταστημάτων, τίποτα δεν αφήσαμε όρθιο.
Αλλά το καλύτερο στο φύλαξα για το τέλος: Αγοράσαμε δυο τυρόπιτες χωρίς απόδειξη. Ναι, όπως το ακούς. Ο Στάθης, που από το πολύ γάλα είχε πάθει κάτι σαν παράκρουση, μπήκε, ο αθεόφοβος, στα Έβερεστ και αγόρασε δυο τυρόπιτες. Στην αρχή, ήμασταν σίγουροι πως θα τον συλλάβουν κατευθείαν. Τα ρούχα του ήταν τόσο βρόμικα και τόσο φθαρμένα που ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα. Αλλά, ευτυχώς, τον πέρασαν για κάποιον εκκεντρικό χίπστερ και δεν τον πείραξαν.
Μόνο στο τέλος, όταν τους είπε ότι δεν θέλει απόδειξη, κατάλαβαν ότι κάτι τρέχει. Αλλά ήταν αργά. Μέχρι να πάρουν τηλέφωνο τους μπάτσους, είχαμε γίνει καπνός. Και το φοβερότερο όλων ξέρεις ποιο είναι; Ότι μπήκαμε και βγήκαμε από το Κολωνάκι χωρίς να μας ενοχλήσει κανείς. Λες και ήμασταν αόρατοι. Οι άλλοι είπαν ότι δεν περίμεναν πως θα επιτεθούμε μέσα στη φωλιά τους. Εγώ πιστεύω, ότι ο Αντώνης μας έβλεπε και μας προστάτευε.
Ξέρεις ποιον δείχνει τώρα η τηλεόραση; Αυτόν τον υστερικό ψυχοπαθή που ξεπάτωσε το δημόσιο σύστημα υγείας. Αν τον δεις, δεν θα τον αναγνωρίζεις. Έχει αφήσει μουστακάκι και φοράει στρατιωτική στολή. Οι πολλοί λένε ότι θέλει να μοιάσει στον Χίτλερ. Εγώ διαφώνησα εξαρχής. Στον Πινοσέτ θέλει να μοιάσει. Άλλωστε, όσοι γνωρίζουν λίγη ιστορία γνωρίζουν ότι ο Χίτλερ ήταν εθνικοσοσιαλιστής. Φασίστας με νεοφιλελεύθερες αποχρώσεις ήταν μόνο ο Πινοσέτ.
Το πιο αστείο είναι ότι έχει πάθει αγκύλωση το δεξί του χέρι και το έχει μονίμως σηκωμένο. Ξέρεις, σ’ αυτή τη στάση που χαιρετούσαν οι ναζί. Ο ίδιος βέβαια, λέει ότι δεν είναι ναζιστικός ο χαιρετισμός αλλά αρχαιοελληνικός. Αλλά τι σημασία έχει; Φασίστας έτσι, φασίστας κι αλλιώς.
Κουράστηκα. Σε λίγο θα βγούμε για επιδρομή και πρέπει να κοιμηθώ κάνα δυο ώρες. Εάν οι πληροφορίες μας είναι σωστές, που μάλλον είναι, σήμερα θα φάμε βασιλικά. Ένας άνθρωπός μας, που έχει παρεισφρήσει στο μπλοκ C (στο συγκεκριμένο μπλοκ διαμένουν οι συνεργαζόμενοι με το καθεστώς δημοσιογράφοι), μας ειδοποίησε ότι, εχθές, στου Μανδραβέλη τρώγανε μπαρμπούνια. Εάν είμαστε τυχεροί, σε λίγη ώρα θα γλείψουμε τα κόκαλα και θα φάμε τα κεφάλια.-

Σε φιλώ

Υ.Γ.1
Επειδή, όταν είχα δημοσιεύσει το πρώτο γράμμα που σου έστειλα, συναντήθηκα, τυχαία, με τον Πάσχο και μου παραπονέθηκε ότι τον στοχοποιώ αδίκως, οφείλω να επισημάνω ότι το να περιορίζεις την ελευθερία της έκφρασης, ιδίως σε θέματα τέχνης, θυμίζει σοσιαλιστικό ρεαλισμό και δεν τιμά έναν πραγματικό φιλελεύθερο. Ελπίζω ότι θα με συγχωρέσει. Άλλωστε, για τον σοσιαλισμό αγωνιζόμαστε όλοι…

Υ.Γ.2
Επειδή τα μέσα προβολής που διαθέτουμε είναι ελάχιστα, άρα οφείλουμε να εκμεταλλευόμαστε όσες ευκαιρίες μας δίνονται, αλλά και επειδή λίγη προπαγάνδα δεν έβλαψε ποτέ κανέναν, όλοι όσοι είμαστε κάτοικοι Αγ. Δημητρίου, στηρίζουμε τον συνδυασμό Μετέχω (ριζοσπαστική-οικολογική κίνηση πολιτών Αγ. Δημητρίου). Για περισσότερες πληροφορίες: www.metexo.blogspot.gr.

* Διήγημα του συγγραφέα Νίκου Αραπάκη
 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου